Ευαγγελικά. Όταν οι φοιτητές ήταν συντηρητικοί

ΑΠΟΨΕΙΣ > ΧρονοντούλαποΤου Νώντα Παντούλα

Με την επέτειο του Πολυτεχνείου αρκετά κοντά μας, ας θυμηθούμε κάποιες στιγμές που πρωταγωνίστησαν πάλι φοιτητές αλλά με χαρακτήρα συντηρητικό. Δεν μπορούμε ίσως να μιλάμε για φοιτητικό κίνημα στις αρχές του 20ου αιώνα, τουλάχιστον με την τρέχουσα σημασία. Στην περίπτωσή μας η δράση των φοιτητών διαπλέκεται με την όξυνση του γλωσσικού μας ζητήματος. Τι ήταν αυτό το γλωσσικό ζήτημα; Από τη δημιουργία του το Ελληνικό κράτος υιοθέτησε ως επίσημη γλώσσα μια τεχνητή μορφή της Ελληνικής, την Καθαρεύουσα που στηριζόταν στην αρχαία Αττική διάλεκτο αλλά είχε απλούστερη μορφή.  Η Καθαρεύουσα ήταν η γλώσσα της διοίκησης, των δικαστηρίων, των επιστημών, της εκπαίδευσης, των σχολικών βιβλίων. Ήταν μια γλώσσα γραπτή αλλά που δε μιλήθηκε ποτέ. Μια γεύση αυτής της γλώσσας μπορούμε να πάρουμε ακούγοντας τους λόγους του δικτάτορα Παπαδόπουλου.

Υπήρχαν βεβαίως και οι λόγιοι εκείνοι που υπερασπίζονταν την ομιλούμενη γλώσσα του λαού, τη Δημοτική (δήμος = λαός) και έγραφαν σ’ αυτή. Υπεράσπιζαν τις ιδέες τους και ζητούσαν την εφαρμογή και χρήση της στη διοίκηση, την παιδεία και σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Οι αντίπαλοί τους, καθαρολόγοι ή «γλωσσαμύντορες» επειδή «αμύνονταν υπέρ της Ελληνικής γλώσσας» (της Καθαρεύουσας) τους αποκαλούσαν «μαλλιαρούς». Μια χωρισμένη στα δύο κοινωνία.

1901. Τα σύνορα της Ελλάδας στο Βορρά φτάνουν μέχρι και τη Θεσσαλία. Στο θρόνο βρίσκεται ο Γεώργιος Α΄ και η σύζυγος του Όλγα, Ρωσίδα αρχιδούκισσα. Έχει προηγηθεί το 1897 η ταπεινωτική ήττα στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο και το εθνικό φιλότιμο έχει πληγωθεί. Κυριαρχούν, όπως είναι φυσικό, αυτό που θα λέγαμε σήμερα θεωρίες συνωμοσίας.

Ένας πλούσιος Έλληνας έμπορος στο Λονδίνο αλλά και συγγραφέας, ο Αλ. Πάλλης αποφασίζει να μεταγλωττίσει στη δημοτική τα τέσσερα ευαγγέλια με τον τίτλο  «Η Νέα Διαθήκη κατά το Βατικανό Χειρόγραφο». Το βιβλίο αυτό τυπώθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου με έξοδα της Βασίλισσας Όλγας και κυκλοφόρησε σε λίγα σχετικά αντίτυπα μεταξύ των Ελλήνων της Διασποράς. Αυτή η κίνηση του Πάλλη ήταν μια ιδιαίτερα τολμηρή  η Ορθόδοξη Εκκλησία ήδη από το 18ο αιώνα απαγόρευε με πατριαρχικές και συνοδικές αποφάσεις τη μετάφραση της Παλαιάς και Καινής διαθήκης καθώς και την κατοχή και ανάγνωση αυτών των μεταφράσεων με ποινή αφορισμού και αναθέματος.

Αυτή η ενέργεια στην Αθήνα πέρασε εντελώς απαρατήρητη. Τα πράγματα όμως άλλαξαν όταν η εφημερίδα Ακρόπολις αποφάσισε τον Οκτώβριο του 1901 να το δημοσιεύει σε συνέχειες. Ο ιδρυτής και διευθυντής της Βλάσης Γαβριηλίδης,  έκρινε ότι είναι θεάρεστο έργον να φθάσει σε κάθε ελληνικό σπίτι και να γίνει αντιληπτό από κάθε  Έλληνα το Ευαγγέλιο. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα σε αυτό είχαν συμφωνήσει και ο τότε Αρχιεπισκόπος Αθηνών Προκόπιος και ο  κοσμήτορας της  Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητής Εμμανουήλ Ζολώτας.

Αυτοί που αντέδρασαν σε αυτό το έργο ήταν οι φοιτητές και οι καθηγητές του Πανεπιστημίου. Ο εθνικισμός που προκλήθηκε από το λαβωμένο εθνικό φιλότιμο εξαιτίας της ντροπής του 1897, βρήκε έκφραση στην αρχαιολατρία και φυσικά στην αρχαΐζουσα «καθαρεύουσα» γλώσσα. Οι δημοτικιστές που είχαν άλλη άποψη χαρακτηρίστηκαν από τις ως άθεοι, προδότες και Σλάβοι, λόγω της ρωσικής καταγωγής της βασίλισσας. Η θεωρίες συνομωσίας που λέγαμε. Με την παρακίνηση των «γλωσσαμύντόρων» καθηγητών τους, όπως οι Κόντος, Βάσης και Μιστριώτης, οι φοιτητές άρχισαν να δραστηριοποιούνται. Πραγματοποίησαν συνελεύσεις και αποφάσισαν να πάνε στην «Ακρόπολη» και ζητήσουν την διακοπή της δημοσίευσης.  Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ομαλά και περίπου 500 φοιτητές εισέβαλαν στα γραφεία της Ακροπόλεως, στην οδό Σταδίου, απείλησαν όσους βρήκαν εκεί ότι θα την πυρπολήσουν. Ο Διευθυντής της Αστυνομίας τους διαβεβαίωσε ότι η δημοσίευση θα διακοπεί και οι φοιτητές αποσύρθηκαν.

Ο Γαβριηλίδης όμως συνέχισε τις επόμενες ημέρες τη δημοσίευση και η αναταραχή οξύνθηκε. Αν και σταμάτησε αργότερα η δημοσίευση τα πνεύματα δεν ηρέμησαν. Οι φοιτητές διαδηλωτές στις 3 και 4 Νοεμβρίου στο κέντρο της Αθήνας δεν απειλούσαν πλέον μόνο την εφημερίδα, αλλά έκαναν έκκληση στον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ' να επέμβει στην κατάσταση και να αφορίσει τον Αλέξανδρο Πάλλη, ενώ ταυτόχρονα ζητούσαν την σύγκληση της Ιεράς Συνόδου για να ζητήσει την αποπομπή του Αρχιεπισκόπου Έτσι, στο δρόμο άρχισαν να κατεβαίνουν όχι μόνο φοιτητές αλλά και δάσκαλοι, παπάδες, βουλευτές, χωρικοί με εικόνες και εξαπτέρυγα, έτοιμοι να λιντσάρουν τους εχθρούς της γλώσσας των προγόνων μας. Μιλούσαν για εθνικό κίνδυνο διότι η μετάφραση των Ευαγγελίων ήταν έργο των εχθρών της πατρίδας και σλαβικός δάκτυλος.

Τις επόμενες ημέρες οι ταραχές συνεχίστηκαν και κάποιοι από τους θερμόαιμους προσπάθησαν νε εισβάλουν στη Βουλή ενώ κάποιοι κινήθηκαν κατά του κτιρίου της Αρχιεπισκοπής επειδή ο Αρχιεπίσκοπος είχε γίνει κόκκινο πανί γι’ αυτούς επειδή είχε δεχτεί τη μεταγλώττιση των Ευαγγελίων. Τα επεισόδια έλαβαν μεγάλες διαστάσεις μετά τη βίαιη επέμβαση της Χωροφυλακής. Στις 7 Νοεμβρίου μια ογκώδης και οχλοκρατική συγκέντρωση στους Στύλους του Ολυμπίου Διός κατέληξε σε φονικό. Οκτώ έως έντεκα ήταν οι νεκροί, 70 οι τραυματίες και 22 οι συλληφθέντες. Η δημοσίευση των μεταγλωττισμένων Ευαγγελίων σταμάτησε, η «Ακρόπολις» ζήτησε συγγνώμη, Ο Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος αναγκάστηκε να παραιτηθεί, όπως άλλωστε και η κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη.

Μια ακόμη συνέπεια των Ευαγγελικών ήταν η προσθήκη στο Σύνταγμα του 1911 της εξής φράσης: «Το κείμενον των Αγίων Γραφών τηρείται αναλλοίωτον· η εις άλλον γλωσσικόν τύπον απόδοσις τούτου άνευ της προηγούμενης εγκρίσεως και της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας απαγορεύεται απολύτως». Το άρθρο αυτό επαναλαμβάνεται από τότε με επουσιώδεις ίσως παραλλαγές σε κάθε ελληνικό σύνταγμα.

 

 

 

 

 

 

Άλλα άρθρα στην ίδια κατηγορία: Χρονοντούλαπο